Σχετικά

 

Η Εκκλησιαστική μας μουσική συνήθως θεωρείται ως η μουσική επένδυση στον λατρευτικό λόγο, στα λειτουργικά κείμενα. Ωστόσο παραγνωρίζεται ότι καθεαυτή η μουσική,  αποσυνδεδεμένη με τα κείμενα,  αποτελεί η ίδια λόγο, δηλαδή τρόπον αίσθησης, αντίληψης, έκφρασης, μέσω λογικών στοιχείων ( σημαδοφώνων ποσότητας, ποιότητας, μαρτυριών, ρυθμικής αγωγής, φθορών, ήχων ), μέσω λογικών σχέσεων του σημαίνοντος χαρακτήρα και του σημαινομένου ( ποσότητας, ποιότητας, ρυθμού, γένους, διαστημάτων μεταξύ των φθόγγων, αγωγής, μέλους ). Πρόκειται, προφανώς, εκτός από ένδυμα, και για ένα σώμα, για μια γλώσσα την οποία διέπει αψεγάδιαστη λογική.

 

 

Κώδικας1Στόχος της συγκεκριμένης προσπάθειας καταγραφής και αρχειοθέτησης είναι να γίνει αντιληπτό ότι για την ουσιώδη λειτουργική αξιοποίηση των μουσικών βιβλίων στη λατρεία, προϋποτίθενται απαραιτήτως η μελέτη των μουσικών κειμένων σε βάθος και η αξιοποίηση των μελοποιήσεων ( ως μέρη αλλά και ως σώμα, στην περίπτωση των «Κωδίκων» ), κυρίως, ως εγχειριδίων μελέτης. Τα κατά καιρούς δημοσιευμένα μουσικά κείμενα/μελοποιήσεις, αποτελούν πρωτίστως αλφαβητάρια για σπουδή και εμπέδωση των μουσικών συνθέσεων, σα να επρόκειτο για κείμενα συνθεμένα με βάση τον γλωσσικό – λεκτικό κώδικα. Ευνόητον ότι η σπουδή αυτή δέον να λαμβάνει χώρα κατ’ οίκον και όχι, όπως συνηθίζεται, επί τόπου, στο ιερόν αναλόγιον, εν είδει πειραματισμού. Γιατί, όπως η αισθητικώς άρτια απαγγελία ενός κειμένου, από το πιο απλό μέχρι και το πιο ποιητικό, προϋποθέτει επαρκείς αναγνώσεις και προετοιμασία, ομοίως, και ακόμη περισσότερο, απαιτείται συστηματική μελέτη των μουσικών κειμένων, ώστε η ερμηνεία τους κατά τις ιερές ακολουθίες να είναι επάξια των λατρευτικών απαιτήσεων, τουτέστιν της ψυχοπνευματικής διέγερσης και έξαρσης κάθε πιστού, ώστε να ενωθεί, μέσω της προσευχής, το σώμα των πιστών, η Εκκλησία, με την Κεφαλή της.

Αναγκαίο να επισημανθεί ότι η προπαιδεία, η προγύμναση και η επακόλουθη εμπέδωση των κλασικών συνθέσεων ( δηλαδή των μελωδημάτων που άντεξαν στον χρόνο ως κατάλληλη μουσική επένδυση των εκκλησιαστικών τροπαρίων, προς εξυπηρέτηση της προαναφερθείσης λατρευτικής ανάγκης ) , μέσω του παρόντος τόμου και πριν την ερμηνεία στο ιερό αναλόγιο, είναι δυνατό να ευδοκιμούν μόνο σε συνδυασμό με ακουστική μελέτη διασωσμένων ερμηνειών από καταξιωμένους Ιεροψάλτες της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Σαν το παιδί που μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, αφού έχει  προηγηθεί η ακρόαση της προφοράς και της εκφοράς λέξεων, φράσεων, προτάσεων ως μερών ενός γλωσσικού κώδικα, ομοίως και ο ιεροψάλτης δύναται να μελετήσει και να αφομοιώσει ουσιαστικά τον μουσικό κώδικα, μόνο αν πρότερα ή σύγκαιρα ακούει, συλλέγει, αποθηκεύει, αφομοιώνει ακούσματα. Σε διαφορετική περίπτωση συλλαβίζει και διαβάζει προχείρως τα κείμενα και, μάλιστα, εν ώρα ακολουθίας.

Η πραγμάτωση της αμέσως παραπάνω βασικής προϋπόθεσης υπηρετεί άμεσα τον επόμενο στόχο του παρόντος εγχειρήματος. Οι μελετητές συνάδελφοι Ιεροψάλτες να συνειδητοποιήσουν πόσο δεσμευτική και περιοριστική είναι η προσπάθεια ερμηνευτικής απόδοσης κειμένων, στα οποία νεώτεροι μουσικοσυνθέτες επιχειρούν ανάλυση και, σε πολλές περιπτώσεις, υπερανάλυση των κλασικών συνθέσεων ή ελευθέρια διασκευή κλασικών μελωδικών γραμμών, είτε κατά τις φωνητικές τους δυνατότητες είτε κατά την προσωπική μουσική τους « αισθητική », διαμορφωμένη από την εξωτερική ανατολική μουσική, δημοτική και λόγια. ΙΑΚΩΒΟΣ ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣΗ πρότερη, σε χρόνο, προσεκτική ακρόαση ερμηνειών από Ιεροψάλτες, όπως ο Ιάκωβος Ναυπλιώτης, ο Κωνσταντίνος Πρίγγος, ο Αναστάσιος Μιχαηλίδης, ο Θρασύβουλος Στανίτσας, ο Νικόλαος Δανιηλίδης, ο Βασίλειος Νικολαΐδης, ο Βασίλειος Εμμανουηλίδης, ο Λεωνίδας Αστέρης, ο Ιωάννης Χαριατίδης, οι οποίοι αποδίδουν τα κλασικά μαθήματα κατά το προφορικώς παραδεδομένον ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, αποδεικνύει ότι τέτοιας λογής νέες και νεοφανείς συνθέσεις αφενός αποτελούν ανούσια απόπειρα αποτύπωσης του τρόπου ερμηνείας και ανάλυσης των εν λόγω μαθημάτων από τους προαναφερθέντες Δασκάλους κι αφετέρου ότι σε καμία περίπτωση δε συνάδουν με το δωρικό, λιτό ήθος που διέπει τις κλασικές μουσικές επενδύσεις των λατρευτικών κειμένων.

Τελική, μα βασική  επιδίωξη, η εμβριθής μελέτη των μαθημάτων του «Κώδικα» να συμβάλλει, ώστε οι μελετητές Ιεροψάλτες να αντιληφθούν, καθ’ όσον είναι εφικτό, τόσο τη συνθετική ιδιαιτερότητα κάθε μελωδού  όσο και τις μουσικολογικές διαφορές μεταξύ των συνθέσεων καθενός. Περαιτέρω, η συστηματική και μεθοδική μελέτη ευκταίο να οδηγήσει στη συναίσθηση ότι κοινό στοιχείο όλων των μαθημάτων είναι ένα στιβαρό, ιεροπρεπές – κι όχι ιεροφανές – ήθος των μελωδικών γραμμών τους, απολύτως εναρμονισμένο στον λατρευτικόν χαρακτήρα της εκκλησιαστικής μουσικής.

Αγαπητοί συνάδελφοι Ιεροψάλτες, ας υποτεθεί πως ένας ομόγλωσσός μας επιθυμεί να γνωρίσει σχεδόν άπταιστα μιαν ξένη γλώσσα. Ο ιδανικός τρόπος γλωσσομάθειας είναι ο ίδιος με αυτόν που ο άνθρωπος αυτός έχει μάθει και τη μητρική γλώσσα. Αρχικώς, ακρόαση και αφομοίωση των γλωσσικών ερεθισμάτων που δέχεται στο άμεσο περιβάλλον του και, στη συνέχεια, παράλληλα προς τη θεμέλια ακρόαση, εκμάθηση γραφής, ανάγνωσης, καθώς και καλλιέργεια της συνομιλίας στη διαφορετική γλώσσα. Αυτό, για παράδειγμα, συμβαίνει στους ελληνικής καταγωγής δίγλωσσους που γεννώνται και ενηλικιώνονται στο εξωτερικό. Από την άλλην, ο επίδοξος γνώστης μιας αλλότριας γλώσσας, κάτοικος Ελλάδας, εμπλεκόμενος κυρίως με τους γραμματικούς και τους συντακτικούς κανόνες σε συνδυασμό με τα ακουστικά ερεθίσματα, προερχόμενα από ομόφυλους δασκάλους και από ξενόγλωσσα μέσα μαζικής επικοινωνίας, πιθανώς να αποβεί εγκρατής γνώστης της, γράφοντας, διαβάζοντας και ομιλώντας ικανοποιητικά αυτήν τη γλώσσα. Η δε γνώση του αυτή θα παραμένει ζωντανή, εάν μελετά και ασχολείται καθημερινά με τον διαφορετικό γλωσσικό κώδικα κι αν εξασκείται στην προφορική επικοινωνία με βάση αυτόν. Βέβαιον, ότι η προφορική ευχέρεια θα βελτιώνεται, ανάλογα προς την ενασχόλησή του κατ’ οίκον και όχι κρατώντας ανά χείρας το αναγνωστικό και τη γραμματική, την ώρα που εξασκείται στη διά στόματος συνομιλία. Αποδεδειγμένον, πως η αξιοποίηση της ξένης γλώσσας θα τελειοποιείται, εφόσον παράλληλα προς την κατ’ ιδίαν ενασχόληση ο μαθητής επιδιώκει να ακούει και να επικοινωνεί συχνά εξ αποστάσεως με χρήστες της εν λόγω γλώσσας. Αδιαμφισβήτητον, ωστόσο, ότι μόνον η καθημερινή τριβή με τη γραμματική της γλώσσας και η αξιοποίησή της σε απευθείας συνομιλία με αλλοεθνείς που τη γνωρίζουν ως μητρική τους, καθιστά κάποιον ουσιαστικόν γνώστην και επαρκέστατον χρήστη της, ομιλητήν που προφέρει και χρωματίζει κάθε μία λέξη της σα να ήταν στοιχείο της οικείας του γλώσσας.

Με περισσήν εκτίμηση, Ιωάννης Χ. Σμπιλής

Το κείμενο επιμελήθηκε ο Φιλόλογος και Πρωτοψάλτης του Ι.Ν. Αγίου Προφήτη Ηλία Ηλιούπολης Θεσσαλονίκης κ. Σπύρος Κιζιρίδης.